Μ. Ιωσηφίδου – ‘Οταν "πέταξα" για πρώτη φορά….. (ιππασία)


Θυμάμαι τον εαυτό μου, εκεί γύρω στα πέντε, πάνω στον Έβρο. Είχαμε πάει να επισκεφτούμε τους εκεί παππούδες μου. Την Στάμω και τον Δημητρό.
Ο παππούς μου, που λέτε, είχε ένα άλογο. Τον Δημητρό, επίσης. Λευκός, ψηλός στα μάτια μου, αγέρωχος και με το πιο γλυκό βλέμμα που είχαν αντικρύσει ποτέ, τα μόλις πέντε μου χρόνια. Μου θύμιζε τον σκύλο μου τον Κόκο, μόνο που ήταν πιο μεγαλόσωμος.
Δεν ξέρω πώς κατάφερα να τον καβαλήσω. Αυτό που ξέρω και θυμάμαι πολύ καλά, ήταν ότι σαν τον καβάλησα, δεν ξανακατέβηκα από εκεί, παρά μόνον όταν ήρθε η μέρα να φύγουμε.

Με το που χάραζε η μέρα, πεταγόμουν από το κρεβάτι μου, έπαιρνα την αυγοφέτα που μου είχαν ετοιμάσει και έτρεχα να συναντήσω τον Δημητρό. Μεσημεριανό πάνω του έτρωγα. Τάιζα κι εκείνον, κι ας με μάλωναν…. Βραδινό επίσης. Χίλια τα καλοπιάσματα όταν νύχτωνε για να κατέβω.
Οι δυο μας, μέσα στο κτήμα του παππού, δίχως σέλα και χαλινά. Ένα καπίστρι όλο κι όλο, κι εκείνο κουρελιασμένο.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα της αναχώρησης. Και το κλάμα μου. Δεν θα έπαιρνα μαζί μου τον Δημητρό. Δεν είχαμε που να τον βάλουμε. Δεν μπορούσαμε να τον μεταφέρουμε.
«Θα πλένω τα δόντια μου κάθε βράδυ. Θα τρώω όλο μου το φαγητό. Δε θα με ψάχνετε στις γειτονιές τα βράδια. Δε θα  μαλώνω με τους δασκάλους μου. Δε θα αντιμιλάω. Θα βοηθάω τη γιαγιά με τις δουλειές. Θα πηγαίνω κάθε μέρα σχολείο. Δε θα ξαναπώ όχι. Θα είμαι καλό παιδί. Ψέμματα! Θα είμαι το καλύτερο παιδί που έχει υπάρξει ποτέ.»
Μάταιες όλες οι υποσχέσεις που έδωσα. Τον Δημητρό, δεν τον ξαναείδα έκτοτε……
Τα χρόνια πέρασαν, και όποτε μου δινόταν η ευκαιρία, ίππευα. Ή νόμιζα ότι ίππευα. Βοήθησαν και οι φίλοι, που είχαν δικά τους άλογα. Χλιαρά, βέβαια, τα συναισθήματα τότε.
Μόνο που στα είκοσί μου περίπου, ένα ατύχημα που είχα, μου προκάλεσε υψοφοβία. Ούτε στην καρέκλα δεν μπορούσα να ανέβω, δίχως να με λούσει κρύος ιδρώτας και να με πιάσει τρέμουλο.
Πώς τα φέρνει όμως, η ζωή καμμιά φορά, εε;;;;; 15 χρόνια αργότερα, και ενώ η αγάπη μου για τα άλογα έχει θαφτεί για τα καλά μέσα μου, – δεν έχω μιλήσει καν για αυτά, σχεδόν σε κανέναν – η κόρη μου, μου ζητά να ξεκινήσει ιππασία.
Μνήμες με κατακλύζουν. Όνειρα που έκανα, με εμένα καβάλα πάνω στο λευκό μου άτι, να σκίζω τον άνεμο στα δύο, να απλώνω τα χέρια μου και να ουρλιάζω από πληρότητα… Μόνο που φοβάμαι, συνάμα!
Τα παιδιά προσαρμόζονται, σκέφτομαι. Είναι εύπλαστα. Θα τα καταφέρει. Θα ενθουσιαστεί και θα με ξεχάσει….Νόμιζα! Αρνείται να ανέβει στο άλογο, εάν δεν ανέβω κι εγώ. Και άντε καλά. Θα το κάνω κι ας μου έχουν λυθεί τα γόνατα. Έλα, όμως, που η φοράδα που μου έχουν φέρει, έχει ύψος 1.83! Το κέρατό μου μέσα……
Η προπονήτριά μας (ναι μας), το αντιλαμβάνεται. Κάτι δεν πάει καλά. Κάνουμε έναν γύρω στον στίβο. Λεκάνη μπροστά, πίσω οι ώμοι, οι φτέρνες κάτω…. Αναπνοή! Ισορροπία….
Ανανεώνουμε το ραντεβού μας. Την παραμονή, δεν κοιμήθηκα. Το ήθελα πολύ, αλλά φοβόμουν. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα το κάνω. Θα τον ξεπεράσω τον φόβο μου. Αυτόν και όποιον άλλο με ταλάνιζε.
Τα κατάφερα! Σηκώθηκα όρθια πάνω στη σέλα. Κι αν ακόμη τη στιγμή εκείνη τα πόδια μου έτρεμαν, ήξερα ότι αυτό, ήταν μόνο η αρχή.
Τράβηξα κι άλλους μαζί μου και τους φόρεσα την ίδια ιερή τρέλλα. Άρχισα να χάνομαι στο πράσινο γύρω μου, με συντροφιά τα ευγενέστερα των ζώων. Αγέρωχα, πανέμορφα, επιβλητικά, πιστά, πανέξυπνα, σκανταλιάρικα σαν μικρά παιδιά. Ζητιάνοι χαδιών και φιλιών.

Μαζί τους έζησα τη φύση. Αφουγκράστηκα τη γη, τα ίδια, τον εαυτό μου. Και καθώς ο αέρας χάιδευε το πρόσωπό μου, χάιδευε και την ψυχή μου. Απαλά. Η ανάσα, που μέχρι τότε σκάλωνε στο θώρακα, τώρα αβίαστα ακολουθούσε το μονοπάτι της. Το χαμόγελο πλάτυνε…..Διάβασα την ψυχή του και διάβασε τη δική μου. Φανέρωσε το μυστικό μου!

Ένιωσα στο πετσί μου την αρχέγονη σχέση μας. Συνεργάστηκα μαζί του και έμαθα να το «ακούω», χωρίς να το ακούω. Ακολούθησα μονοπάτια που τα γνώριζα, κι ας μην τα είχα περπατήσει ποτέ μέχρι τότε. Συνδέθηκα με το βαθύτερο παρελθόν μου.
Σήμερα, ένα χρόνο σχεδόν μετά, και χάρη στην επιμονή και υπομονή των δασκάλων μου, – Λουκία και Λεωνίδα – που πίστεψαν σε μένα και είδαν αυτό που δεν μπορούσα η ίδια να δω, συνεχίζω να ιππεύω. Μάλιστα θα αγωνιστώ κιόλας. Όπερ σημαίνει, ότι είμαι μια μάχιμη αμαζόνα, όπως λένε. Μόνο μου μέλημα πια είναι, να μην τους απογοητεύσω….
Αν σήμερα, τώρα, ανανέωνα την υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου, να ξεπεράσω όλους τους φόβους μου, θα το έκανα με περίσσεια σιγουριά. Μου πήρε λίγο ή πολύ – όπως το βλέπει ο καθείς – να βρω εμένα, αλλά τα κατάφερα! Είμαι πια γεμάτη όμορφες εικόνες και μυρωδιές και μπορώ να μοιραστώ τον κόσμο μου αφτιασίδωτη. Γυμνή……Κι αν υπάρχει κάτι που θα κουβαλώ πάντα μέσα μου, είναι τα λόγια της κόρης μου: «Όταν είμαι πάνω στον Λούκα, νιώθω σαν να έχω φτερά και πετάω».
Σημειωτέον, διανύω την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου, η οποία μάλιστα οδεύει πανηγυρικά προς το τέλος της. Σας το λέω αυτό, γιατί η ιππασία δεν έχει ηλικία. Είναι το μόνο άθλημα ίσως, που δεν έχει όριο… Μόνο οφέλη.  Ο δε μύθος που την κατατάσσει στα ακριβά και ως εκ τούτου απαγορευτικά σπορ, δεν είναι άλλο παρά τούτο ακριβώς. Μύθος!
Photo: Memy K Ios

M. Ιωσηφίδου – Περί ναρκισσισμού ο λόγος

Ο Νάρκισσος που λέτε, ήταν ερωτευμένος με τη μορφή του και έχασε τη ζωή του, όταν γοητευμένος από την αντανάκλαση της μορφής του στο νερό της πηγής, έσκυψε να την φιλήσει και πνίγηκε. Ένας άλλος μύθος λέει ότι αυτοκτόνησε. Τον Νάρκισσο ερωτεύτηκε η Ηχώ……

Ο Ναρκισσισμός ως έννοια προερχόμενη από τη συμπεριφορά του μυθικού αυτού προσώπου, έχει απασχολήσει από πολύ νωρίς ερευνητές όπως τον Freud ή τον Jung.

Θα έλεγα ότι μια από τις πειστικότερες θεωρίες για τον ναρκισσισμό είναι αυτή του πρωτογενούς ναρκισσισμού, σύμφωνα με τον Freud, ο οποίος παραπέμπει σε μια πρώτη κατάσταση της ζωής και ο οποίος οδηγεί στην δημιουργία και τη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας και της στροφής προς τα εξωτερικά αντικείμενα.


Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Freud, ο ναρκισσισμός αποτελεί έκφραση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης, με κύρια χαρακτηριστικά την μεγαλομανία και την απόσυρση ενδιαφέροντος από τον εξωτερικό κόσμο. Πρόκειται ουσιαστικά για μία σύγκρουση μεταξύ της ψυχικής ενέργειας, που επενδύεται στο Εγώ και αυτής που επενδύεται στα Αντικείμενα. Η μία υπερισχύει και η άλλη αποδυναμώνεται. Όπως, ο ίδιος επισημαίνει:

«Ο ισχυρός εγωισμός είναι προστασία για να μην αρρωστήσουμε, όμως τελικά θα αρρωστήσουμε, αν δεν καταφέρουμε να αγαπήσουμε.». Συμπερασματικά, προκύπτει ότι ο ναρκισσιστής κατανοεί την πραγματικότητα μέσα από εικόνες του Εγώ. Βιώνει μια ερωτική σχέση, στην οποία αντικείμενο του έρωτα, είναι ο ίδιος ο εαυτός του, αποκλείοντας έτσι, όλα τα άλλα ερωτικά αντικείμενα. Αν μη τι άλλο μιλάμε για την απόλυτα μονογαμική σχέση!!!

Στον αντίποδα, η Δρ. Grunberger, υποστηρίζει πως η ανάπτυξη του ανθρώπου εξαρτάται από τον ναρκισσισμό. Ο ναρκισσισμός είναι η κινητήρια δύναμη της ζωής, είναι μια ζωτική ορμή: «ο Ναρκισσισμός πρέπει να θεωρηθεί ως δύναμη, της οποίας η ενέργεια μετέχει στη δόμηση του Εγώ».

Είναι μια μορφή αγάπης για τον εαυτό, η οποία είναι άλλης ποιότητας. Η αγάπη αυτή είναι αυτονόητη και αποτελεί συνέχεια της αγάπης που κάποτε δέχτηκε όταν ήταν παιδί. Ως εκ τούτου, βιώνει την αγάπη προς τον εαυτό του, πέρα από το τι πραγματικά αξίζει και με βάση κριτήρια κοινωνικά ή μη, που ορίζουν τρίτοι, θωρακίζοντάς τον, παράλληλα. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αποδοχή του εαυτού του, την κατανόηση και τη βελτίωση. Είναι εκείνος ο δρόμος, που στο διάβα του υπάρχει κόπος, πόνος, αμφισβήτηση, κακές στιγμές, αλλά και πολλή αγάπη. Είναι ένα είδος έρωτα, που δίνει νόημα στα πράγματα και τον κόσμο, που παράγει ομορφιά, για τη γέννηση κάθε τι νέου, σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία.

Ο υγιής ναρκισσισμός, λοιπόν, είναι θετικός για τον άνθρωπο, αφού εξασφαλίζει μια αρμονική συνύπαρξη με τον εαυτό μας, εσωτερική αρμονία και κίνητρο για την επίτευξη των στόχων του. Στην παθολογική μορφή αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα, ο οποίος εμποδίζει το άτομο να αντιληφθεί την πραγματικότητα και δημιουργεί ψευδαισθήσεις που δεν οδηγούν πουθενά. Κάποτε η έννοια του ναρκισσισμού και της συμπεριφοράς που απορρέει από αυτόν, θεωρήθηκε διαστροφή, κάτι παθολογικό. Η επιθυμία για το Εγώ ή για κάτι που μοιάζει με το Εγώ, δε θεωρήθηκε φυσιολογική, θεωρήθηκε νευρωτική και συνδέθηκε με την ομοφυλοφιλία και την ιδιαιτερότητα των ατόμων αυτών. Λες και μιλάμε για αρρώστια. Παίρνεις ένα χάπι και γιάνεις!!!!!

Μια άλλη θεωρία, υποστηρίζει ότι ο ναρκισσισμός είναι το αποτέλεσμα της μη φυσιολογικής εξέλιξης της σεξουαλικής ζωής ενός ατόμου. Όταν ένα άτομο δεν έχει την ικανότητα να προβάλλει και να χαρίσει την αγάπη του σε κάποιον άλλο, όταν δεν είναι ικανό να αγαπήσει, τότε αρρωσταίνει. Τότε είναι που στρέφεται προς την αγάπη του εαυτού του. Σε αυτή την περίπτωση φυσικά ο ναρκισσισμός είναι παθολογικός, καθώς προβάλλει κάποιο πρόβλημα σεξουαλικής ανάπτυξης και ωρίμανσης.

Ο ναρκισσισμός είναι μια αναστροφή της αλήθειας. Βεβαιώνουμε ότι μας βάζει σε πειρασμό το ίδιο και μας απογοητεύει το άλλο, ενώ στην πραγματικότητα, το άλλο μας βάζει σε πειρασμό και το ίδιο μας απογοητεύει, ή μάλλον, ότι θεωρούμε τέτοιο και στις δύο περιπτώσεις, από τη στιγμή που ο μιμητισμός εγκλωβίζεται μέσα στη βίαιη αμοιβαιότητα και δεν μπορεί να προσκολληθεί στον ανταγωνιστή του στο εξής μόνο το εμπόδιο μπορεί να τον συγκρατήσει. (Rene Girard)

Οι θεωρίες λοιπόν είναι πολλές και οι απόψεις διαφέρουν. Εντούτοις, ο ναρκισσισμός είναι μια υπαρκτή συμπεριφορά, η οποία χαρακτηρίζει τα ανθρώπινα όντα, είτε αυτή είναι παθολογική, είτε φυσιολογική. Αποτελεί μέρος της ζωής κάποιων ή όλων των ανθρώπων, σύμφωνα με τον Freud, που χαρακτηρίζει τις αντικειμενότροπες σχέσεις.

Αντικείμενο του παρόντος, θα αποτελέσει η αρνητική μορφή του ναρκισσισμού και η συμπεριφορά, που απορρέει από αυτόν, δεδομένου ότι ο ίδιος και η αγάπη για τους άλλους (οποιαδήποτε τύπου αγάπη) δεν μπορούν να συνυπάρχουν. Δεν μπορεί επίσης να συνυπάρχει ο ναρκισσισμός και ο έρωτας. Και δύσκολα συνυπάρχει ο ναρκισσισμός και οιαδήποτε μορφή προσφοράς. Όσο το άτομο ερωτεύεται τον εαυτό του, τόσο δεν τον ενδιαφέρουν οι άλλοι. Και αντίστροφα, όσο η επένδυση απομακρύνεται από τον άλλον, τόσο επιστρέφει στον εαυτό. Από τον άλλον κρατά μόνο το βλέμμα του θαυμασμού ή το οποιοδήποτε όφελος, που μπορεί να έχει απ’ αυτόν.

Που πρέπει όμως να αναζητήσουμε τα αίτια αυτής της συμπεριφοράς και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της;

Σύμφωνα με τον Yung, το παιδί εισέπραττε από τους γονείς, ως επί το πλείστον, αντικρουόμενες συμπεριφορές. Ουσιαστικά το άτομο υιοθέτησε κάποιες συγκεκριμένες συμπεριφορές ως παιδί ή έφηβος, προκειμένου να ανταπεξέρχεται, συμπεριφορές που στην ενήλικη πλέον ζωή του δεν είναι λειτουργικές. Έτσι, λοιπόν, καλούμαστε να διερευνήσουμε την παιδική ηλικία, για να κατανοήσουμε την εξέλιξη ενός Ναρκισσιστή. Σαφώς, η πορεία του κάθε ανθρώπου είναι διαφορετική, ωστόσο υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά στοιχεία, που συναντώνται στο ιστορικό παιδικής ηλικίας αυτών των ατόμων. Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με τον Yung, έχουν παρατηρηθεί τέσσερις κοινοί παράγοντες:

• Μοναξιά και απομόνωση
• Ανεπαρκή όρια
• Ιστορικό εκμετάλλευσης ή χειραγώγησης
• Υπό όρους επιδοκιμασία

Εν ολίγοις, οι περισσότεροι ναρκισσιστές, υπήρξαν μοναχικά παιδιά, που δε βίωσαν την ανιδιοτελή και αυθεντική αγάπη από τους γονείς τους. Τουναντίον η αγάπη των γονιών, ηθελημένα ή μη, υπήρξε συνυφασμένη με την ανταμοιβή του θέλω τους. Πρόκειται για ένα οιδιπόδειο δράμα, είτε μιλάμε για τη γυναίκα που μας θήλαζε ή τον άντρα που μας προστάτευε, για την επίλυση του οποίου θα πρέπει να δουλευτούν οι νηπιακές δυσκολίες.

Ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά, όμως, παρουσιάζουμε όλοι μας, από τη γέννηση μας. Επικεντρωνόμαστε σε εμάς, στον εαυτό μας, στις επιθυμίες και τις ανάγκες μας. Η αυτοεκτίμηση και η εικόνα μας, είναι αυτό που θα ονομάζαμε γέφυρα του ναρκισσισμού με την κοινωνία. Η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και τα μηνύματα που δίνουμε στους άλλους για μας είναι συνυφασμένα με τα βιώματα και τα μηνύματα που πήραμε από την οικογένειά μας στην παιδική ηλικία. Όταν βέβαια αυτό συναντάται στην υπερβολή του, τότε αναφερόμαστε σε διαταραγμένη προσωπικότητα.

Πώς είναι όμως ο ενήλικας Ναρκισσιστής; Μπορούμε να τον αναγνωρίσουμε; Τι μας λέει η συμπεριφορά του; Τι σκέφτεται;

Συνήθως οι νάρκισσοι έχουν γοητευτικό παρουσιαστικό, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι είναι από τις περιπτώσεις εκείνες, που τις βλέπεις και πέφτεις ξερός, είναι άτομα διασκεδαστικά, επιτυχημένα. Στην παρέα είναι ιδιαίτερα ευχάριστοι, συμμετέχουν σε κάθε είδους συζήτηση, με στόχο να γίνουν το επίκεντρο. Όταν νιώσουν ότι αυτό το έχουν εξασφαλίσει, συμπεριφέρονται σαν κακομαθημένα παιδιά. Από κοινού αποφασίζετε να πάρετε μια φιάλη ουίσκι, αλλά εκείνος θέλει κρασί. Αν συναινέσετε και αποφασίσετε να πάρετε κρασί τελικά, εκείνος θα ζητήσει κόκα κόλα. Χρειάζονται όλα όσα μπορείς να τους δώσεις και κυρίως το θαυμασμό σου για την εικόνα τους. Πολλοί, είναι επαγγελματικά επιτυχημένοι. Κάποιοι όχι. Ο φόβος τους να ριψοκινδυνέψουν σε συναγωνιστικές καταστάσεις, όπου υπάρχει κίνδυνος να αποτύχουν, λειτουργεί ως τροχοπέδη.

Ζουν, ενδεδυμένοι το ρόλο του υπέροχου, μοναδικού, ξεχωριστού, ανεπανάληπτου εαυτού τους. Ψεύδονται για τα πάντα και ακόμη και στον ίδιο τους τον εαυτό. Δεν παραδέχονται τα λάθη τους, δε ζητάνε συγνώμη – κι αν ακόμη το κάνουν, δεν το εννοούν -, και θυματοποιούν εαυτόν, με την ίδια ευκολία που αλλάζουν εσώρουχο, προκειμένου να μεταβιβάσουν την ευθύνη για τα κακώς κείμενα σε τρίτους. Τα βασικότερα – ίσως – συναισθήματα αυτών των ανθρώπων είναι ο φθόνος και η ντροπή. Ντρέπονται και φοβούνται την έκθεση. Πρόκειται στο σύνολο τους, για άτομα εγωκεντρικά, ψυχρά, αλαζονικά, μεγαλομανή, που δεν μπορούν να έρθουν πολύ κοντά συναισθηματικά με κάποιον, γιατί στην ουσία δεν μπορούν να αγαπήσουν ούτε τον εαυτό τους. Αγαπούν το εξιδανικευμένο άτομο που βγάζουν προς τα έξω και το οποίο στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Ως εκ τούτου και έχοντας ως ένα βαθμό επίγνωση της ψυχολογικής τους ευθραυστότητας, παραμένουν «κλειστοί», ζουν με το φόβο της κατάρρευσης, είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην κριτική, πληγώνονται εύκολα, ταπεινώνονται εξίσου εύκολα ζουν, με το διαρκή φόβο για το χαμό της αυτοεκτίμησής τους, και αισθάνονται παράλληλα, ότι είναι ένα τίποτα. Όχι σπάνια, αντιδρούν με στοχευμένη οργή.

Μία από τις βασικότερες δυσκολίες τους, είναι να κατανοήσουν πώς είναι να δέχεσαι κάποιον άλλον, δίχως διάθεση κριτικής και εκμετάλλευσης. Να μπορείς να αγαπάς και να εκφράζεις αυτά σου τα συναισθήματα με γνήσιο και πηγαίο τρόπο, δίχως να προσπαθείς να εξιδανικεύεις πρόσωπα και καταστάσεις και κυρίως δίχως να ντρέπεσαι., απαλλαγμένος από ενοχικές συμπεριφορές και ψεύδη. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, κόστος και συνάμα τραγικό και θλιβερό είναι για τους ίδιους και δεν είναι άλλο από την ανικανότητά τους – πλήρη ή υπανάπτυκτη – να αγαπήσουν.

Εάν ωστόσο, καταφέρουμε και οι ίδιοι, να μετριάσουμε τη δική μας οργή, να αποστασιοποιηθούμε και να ξύσουμε λίγο παραπάνω την επιφάνεια, θα αντιληφθούμε, ότι πρόκειται για άτομα ανασφαλή, έρμαια και απόλυτα εξαρτώμενα από την επιβεβαίωση της εικόνας που προβάλλουν. Πρόκειται για άτομα εύθρυπτα, που λατρεύουν την εικόνα και όχι το βαθύτερο εγώ. Είναι επί της ουσίας, μοναχικά παιδιά, που δε βίωσαν την αυθεντική αγάπη και που παραμένουν τέτοια και ως ενήλικες. Έτσι, δυσκολεύονται να αντιληφθούν τον πραγματικό τους εαυτό, να ξεχωρίσουν την εικόνα από αυτόν και παραμένουν έρμαια της κριτικής και επιβεβαίωσης των άλλων, καθώς και όσων νομίζουν ότι οι άλλοι περιμένουν από αυτούς, ώστε να ενισχυθεί το ιδανικό εγώ.

Καθώς, βρίσκεται σε μία διαρκή σύγχυση, απορρίπτει τα συναισθήματα και τις ανάγκες των τρίτων και εστιάζει μόνο στον εαυτό του. Παράλληλα, εξιδανικεύει τους τρίτους ή τους υποβιβάζει. Η συμπεριφορά αυτή παρατηρείται ακόμη και στο ίδιο πρόσωπο.

Η δε σχέση του με το πραγματικό του εγώ είναι ενοχική. Αισθάνεται ένοχα, διότι απαξιώνει το πραγματικό εγώ του, δημιουργώντας και προβάλλοντας ένα Υπερεγώ, το οποίο όμως παίρνοντας τα ηνία, απαξιώνει το πρώτο. Ευνουχίζει την ύπαρξή του και οδηγείται στην κατάθλιψη. Δρα δε αμυντικά – ο ίδιος ο ναρκισσισμός του ατόμου ως μηχανισμός – εάν η απαξίωση αυτή, προέρχεται και από τρίτους. Φαινόμενο που παρατηρείται ιδιαίτερα στις ερωτικές σχέσεις του, με αποτέλεσμα συνήθως να μην μπορεί να ανταποκριθεί, και ως εκ τούτου να αποχωρεί ο άλλος.

Συγκεκριμένα, τα βασικά του χαρακτηριστικά, είναι τα εξής:

• Είναι αλαζόνες και υπερόπτες.
• Είναι μεγαλομανείς.
• Έχουν ανάγκη τον θαυμασμό των τρίτων, ενώ είναι ανίκανοι να θαυμάσουν οποιονδήποτε άλλο.
• Διακρίνονται για την ανεπαρκή αυτοσυγκράτηση και τον αυτοέλεγχό τους.
• Είναι καχύποπτοι.
• Θεωρώντας ότι είναι μοναδικοί και ξεχωριστοί, θεωρούν ότι ισάξιες πρέπει να είναι και οι συναναστροφές τους.
• Αδυνατούν να νιώσουν τις επιθυμίες και τα συναισθήματα των άλλων και δεν αναγνωρίζουν τις ανάγκες τους.
• Είναι υπέρ-επικριτικοί.
• Τους διακρίνει η ντροπή.
• Είναι έντονη η αίσθηση μεγαλείου και σπουδαιότητας, που έχουν για τον εαυτό τους.
• Φαντασιώνονται επιτυχία, ομορφιά, ιδανική αγάπη, ιδανικό σεξ, χρήματα, αναγνώριση.
• Θεωρούν, ότι οι άλλοι θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις επιθυμίες τους, στις προσδοκίες τους και εί δυνατόν να τις προλαβαίνουν.
• Εκμεταλλεύονται τους άλλους.
• Φθονούν, ή θεωρούν ότι τους φθονούν.
• Είναι συναισθηματικά στερημένοι.

Σας τρόμαξα εε;;; Αν μπορέσατε να αγαπήσετε, δεν έχετε λόγο να σκιάζεστε!!!! Όχι την εικόνα. Το πραγματικό εγώ του άλλου, τον λωποδύτη που κρύβει μέσα του… Έχω κι άλλο, αλλά θα σας το πω στη συνέχεια…

Εκτός, όμως, από τα βασικά του χαρακτηριστικά, υπάρχουν και οι διάφοροι τύποι.
Έτσι, λοιπόν, έχουμε τους εξής:

• Ο παιδαράς: Δυστυχώς είναι «παιδαράς», μόνο εξωτερικά.
• Ο τσαμπουκάς: Τόση οργή; Ούτε καζάνι με βραστό νερό να ήταν!!! Έχει δεν έχει δίκιο.
• Ο καταφερτζής: Σου γράφει ποιήματα, σου λέει τον έρωτά του, αλλά είναι ανελέητος. Ειδικά αν δεν πάρει αυτό που θέλει. Άπιστος και ψεύτης. Τρέφεται από την ίντριγκα και υπάρχει μόνο σε συνάρτηση με ανταγωνιστή, τον οποίο, φυσικά και θα κατατροπώσει.
• Ο κούκου: Ζει στον κόσμο του.
• Ο μάρτυρας: Οι γονείς του τον κακοποιούσαν, η γυναίκα του ή ο άντρας της τον εξαπάτησε, ο συνέταιρός του τον έκλεψε, τα παιδιά του δεν τον θέλουν, η ερωμένη του ή ο εραστής της είναι απαιτητική ή απαιτητικός, είχε ένα συνάχι που κόντεψε να τον στείλει στον άλλο κόσμο και εν πάση περιπτώσει, όσο πόνεσε, πονάει και θα πονάει (το ξέρει a priori) ο ίδιος, δεν πόνεσε κανείς. Ισχύουν και οι υπόλοιποι χρόνοι. Φυσικά, ο πόνος, δεν είναι ποτέ αρκετός.
• Ο αλαζόνας: Δεν ιδρώνει το αυτί του, για τίποτα και για κανέναν, και το δείχνει. Τουναντίον, αρέσκεται σε συμπεριφορές που υποβιβάζουν τον άλλον.
• Ο σωτήρας ή άλλως η Μητέρα Τερέζα: Δείχνει δοτικός, αλλά δεν είναι. Την δική του ανάγκη ικανοποιεί μέσα από την ανάγκη του άλλου. Εκείνος μόνο μπορεί. Δίνει ένα και ζητάει εκατό. Αν δεν τα πάρει ως δικαιούται, πέφτει η μάσκα του.
• Ο ζητιάνος: Ζητάει την προσοχή των άλλων συνεχώς. Όση και να έχει δεν είναι αρκετή. Πάντα θέλει περισσότερη. Είναι ανίκανος να φροντίσει συναισθηματικά τον εαυτό του.
• Ο εραστής: Είναι ιδεολόγος. Έμπειρος. Μιλάει για τις σχέσεις του. Νυν και πρώην. Του φταίει ο σύντροφος, όχι ο ίδιος. Μέχρι που ο σύντροφος εγκαταλείπει και ο ίδιος οδηγείται στην κατάθλιψη.

Ένας νάρκισσος, μπορεί να ανήκει σε παραπάνω από έναν τύπο. Το ερώτημα, που γεννάται στο σημείο αυτό, είναι πώς αντιμετωπίζουμε έναν νάρκισσο.

Το βασικότερο όλων, είναι να θέσουμε όρια. Όρια τα οποία έχει καταστεί σαφές, ότι δεν μπορεί να υπερβεί. Σε όλα τα επίπεδα. Χρόνου, χώρου, αναγκών γενικότερα. Πρέπει, επίσης, να καταλάβουμε ότι το πρόβλημα δεν είμαστε εμείς, αλλά εκείνος. Ένας τρόπος αντιμετώπισής του, είναι ο μιμητισμός. Δε σε παίρνει τηλέφωνο; Μην τον παίρνεις. Σου ασκεί κριτική; Κάνε το ίδιο. Σε αγνοεί; Αγνόησέ τον….. Έχει παρατηρηθεί ότι, όταν ο νάρκισσος έρχεται αντιμέτωπος με τη δική του συμπεριφορά, συνήθως υποχωρεί.

Εάν, όμως, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, έχεις καταφέρει να τον πλησιάσεις λίγο παραπάνω, και έχεις καταφέρει να σου ανοιχτεί, τότε ο μεγαλύτερός του φόβος, είναι αυτός της εγκατάλειψης. Εάν νιώσει έτσι, τότε είναι ικανός να αλλάξει αυτομάτως συμπεριφορά. Γίνεται προσεκτικός, αμφίσημος, κλείνεται στον εαυτό του και αναμένει από εσένα τη συνέχεια. Δεν είμαι υπέρμαχος αυτής της τακτικής, παρά μόνον εάν πράγματι δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Θεωρώ ότι πρέπει να θέτουμε επί τάπητος τα όσα μας ταλανίζουν και να αποφασίζουμε εάν θέλουμε να παραμείνουμε ή όχι, δίχως να απειλούμε τον άλλον. Δε μας αρέσει; Το κραγιόν, την τσάντα μας και πάμε αλλού.

Τι μπορεί όμως, να κάνει ο νάρκισσος για τον εαυτό του; Μπορεί να βοηθηθεί;

Σαφώς και μπορεί. Είναι άλλωστε κάτι, που και ο ίδιος αντιλαμβάνεται. Βλέπει το πρόβλημα στις σχέσεις του με τους άλλους, κι ας επιμένει ότι την ευθύνη φέρουν μόνο εκείνοι. Εάν σταματήσει να μετατοπίζει την ευθύνη στους άλλους, ήδη έχει κάνει ένα σημαντικό βήμα. Πρέπει να επιτρέψει σε όσους πραγματικά τον νοιάζονται, να τον πλησιάσουν, να του επισημάνουν τα λάθη του μαζί τους, και να συνδράμουν στην προσπάθειά του να αγαπήσει το εαυτό του. Παράλληλα, ίσως θα έπρεπε να απευθυνθεί και σε έναν ψυχοθεραπευτή. Όμως, υπάρχει μια περιοχή, την οποία καμμία ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να πλησιάσει, και στην οποία τον λόγο έχει μοναχά η επιλογή του κάθε ατόμου. Μια επιλογή που δεν αναγνωρίζει ψυχοθεραπευτικές νόρμες, μήτε και ντετερμινισμούς. Το ίδιο ισχύει και για τα άτομα εκείνα που συναναστρέφονται ναρκισσιστές και είτε θέλουν να συνεχίσουν να τους συναναστρέφονται, είτε θέλουν να απεμπλακούν.

Πρέπει, ωστόσο, να επισημάνουμε ότι τα όρια μεταξύ του φυσιολογικού και του παθολογικού είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα. Είναι δύσκολο να αποφανθεί κάποιος εκ πρώτης όψεως αν ένα άτομο είναι ιδεοψυχαναγκαστικό ή απλά σχολαστικό, λόγου χάρη. Εάν η άσχημη συμπεριφορά κάποιου τον εξώθησε, και παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με αυτά του ναρκίσσου, αυτό δε σημαίνει ότι είναι κιόλας. Οφείλουμε να είμαστε σοβαροί, τόσο απέναντι στις ερμηνείες μας, όσο και στις παρερμηνείες.

Εάν λοιπόν εκτός από ικανοί να αγαπήσετε, είστε και άνθρωποι με χιούμορ (πραγματικό όμως), τότε δε σας αφορά το παρόν. Ως νοσούντα τουλάχιστον και αν μπορούμε να το πούμε και έτσι. Θυμόσαστε την Ηχώ, που ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο;;;;; Τι είναι η ηχώ; Είναι η αντανάκλαση της φωνής του άλλου. Δεν έχει δηλαδή εαυτό. Είναι ο άλλος. Μήπως ήρθε η ώρα να δούμε τον εαυτό μας όπως πραγματικά είναι και σταματήσουμε να προβάλλουμε ένα ιδανικά δομημένο είδωλο;;;;; Μήπως, πρέπει να αγκαλιάσουμε τις αδυναμίες και τις ιδιαιτερότητες μας; Ίσως έτσι καταφέρουμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Ίσως έτσι καταφέρουμε να βρεθούμε ένα βήμα πιο κοντά στην προσωπική μας ολοκλήρωση. Ότι μας συμβαίνει, για κάποιο λόγο μας συμβαίνει. Και όλα αποτελούν πηγή έμπνευσης, αναζήτησης και μάθησης.

Εάν, λοιπόν, είστε νάρκισσος, ή συντροφεύετε έναν νάρκισσο κρατείστε μόνο τούτο. Ότι ομορφότερο έχω ακούσει ποτέ…

«Η μαγκιά σου, είναι μαγκιά και όχι τσαμπουκάς. Η φωτιά σου, είναι πάθος και όχι νεύρα. Η αγάπη σου, αντέχει ακόμη και την προδοσία. Είσαι εσύ.»

———————————————————–
Έρευνα-συγγραφή-επιμέλεια: Μ. Ιωσηφίδου

Μ. Ιωσηφίδου – Ο έρωτας, το σεξ και η πορνεία, στην αρχαιότητα δεν ήταν ταμπού! Δεν ήταν;

Ο έρωτας στην αρχαιότητα δεν είναι μια συναισθηματική κατάσταση, αλλά η επιθυμία ενός ανθρώπου προς το αντικείμενο του πόθου του από τη στιγμή που αυτή δημιουργείται στον εγκέφαλό του. Δεν ήταν ταμπού, ήταν θεός.

Έρωτες που παλεύουν σε σώματα άφθαρτα και ωραία. Έρωτες επί πληρωμή, έρωτες ομοφυλοφιλικοί, έρωτες κάθε είδους…

Δεν υπάρχει ντροπή στην αρχαία Ελλάδα, γιατί οι Έλληνες πίστευαν στη χαρά και την ευεξία που ερχόταν από τον έρωτα και την ερωτική πράξη, αλλά και γιατί κανείς δεν τους επέβαλλε να μη μιλούν ανοιχτά για τα πάντα.

Ο έρωτας στην αρχαία Ελλάδα δεν έχει φραγμούς και όρια, δεν έχει φύλο, δεν έχει ηλικία. Όπως δηλαδή θα έπρεπε να είναι ο έρωτας, απαλλαγμένος από ενοχές και φοβίες, χωρίς φραγμούς και αναστολές.

Λαός εύθυμος, με σκωπτική διάθεση και πηγαίο, ανεξάντλητο χιούμορ, οι αρχαίοι Έλληνες έδωσαν μια περισσότερο ανθρώπινη διάσταση στις θεότητές τους. Ο αρχαίος Έλληνας προσέδωσε στους Θεούς γήινες αδυναμίες και ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος, δημιούργησαν ένα κόσμο περιπετειώδη και αμοραλιστικό, όπου οι ήρωες περνούσαν το χρόνο τους από κρεβάτι σε κρεβάτι, ή επιτελώντας τους γνωστούς άθλους των.

O Δίας , ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, συμβόλιζε για τους αρχαίους Έλληνες την παντοδυναμία και την απόλυτη εξουσία. Παρά τα πολλά καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του, πάντα του έμενε χρόνος ώστε να ξελογιάζει κάποια θεά ή κάποια όμορφη βασιλοπούλα και να προκαλεί έτσι τη ζήλια της νόμιμης συζύγου του, της Ήρας, καθιστώντας το γάμο τους ένα πεδίο διαρκούς αντιπαλότητας, αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων.

Δίκαια ο Δίας ονομάστηκε πατέρας των θεών και των ανθρώπων, καθώς πολλοί Ολύμπιοι αλλά και μικρότερες θεότητες, όπως επίσης και ένα πλήθος από επώνυμους ήρωες διαφόρων πόλεων ήταν παιδιά του.

Μακρύς ο κατάλογος. Οι δυο Τιτανίδες. Η Θέμις, με την οποία απέκτησε τις τρεις Ώρες και τις τρεις Μοίρες και η Μνημοσύνη, με την οποία απέκτησε τις εννιά Μούσες, Η Ωκεανίδα Ευρυνόμη, με την οποία απέκτησε τις τρεις Χάριτες. Η Ήρα, η νόμιμη σύζυγος, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Την Ήβη, τον Άρη και τον Ήφαιστο.

Η συζυγική ζωή τους, βέβαια, υπήρξε πολυτάραχη, μιας και η παράφορη ζήλια της Ήρας δεν μπορούσε ν’ αντέξει τις συνεχείς ερωτικές περιπέτειες του άντρα της. Αρκετές φορές μάλιστα αποπειράθηκε να εγκαταλείψει τη συζυγική εστία. Μαιμάκτης καθώς ήταν, έβρισκε πάντα τον τρόπο να τη φέρει πίσω. Πάντα τη διαβεβαίωνε πως οι εξωσυζυγικές του περιπέτειες δε σήμαιναν τίποτε γι’ αυτόν και ότι η ίδια ήταν η μόνη γυναίκα που του προκαλούσε τον πραγματικό πόθο. Πόσες φορές άραγε έχει ακουστεί τούτο;

Ωστόσο, και παρά τις διαβεβαιώσεις του, ερωτεύτηκε κάποτε και τη Δήμητρα. Ναι, την αδελφή του, η οποία αν και φημολογείται ότι έκανε φιλότιμες προσπάθειες να τον απωθήσει, ενέδωσε τελικά και του χάρισε την Περσεφόνη.

Σαφέστατα, δεν περιορίστηκε στα οικογενειακά πλαίσια και έτσι ενώθηκε με τη Σελήνη, που γέννησε την Έρση και την Πανδία, με τη Νύμφη Θύβρη, που γέννησε τον τραγοπόδαρο Πάνα, και φυσικά με την Ευρώπη, για χάρη της οποίας μεταμορφώθηκε σε ταύρο και απέκτησε έτσι τον Μίνωα και τον Ραδάμανθη.

Όπως προαναφέρθηκε, ο κατάλογος είναι μακρύς, και θα αρκεστώ σε αυτά, τα οποία θεωρώ ότι δίδουν το στίγμα, επαρκώς. Εντούτοις, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω λίγο περισσότερο την Ήρα, πριν ξεκινήσω την κατηγοριοποίηση, όπως αυτή αναφέρεται στον τίτλο του παρόντος.

H Ήρα είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές του αρχαίου ελληνικού Δωδεκάθεου. Κόρη του Κρόνου και της Ρέας, μοναδική νόμιμη σύζυγος του Δία, θεά των ουρανών, προστάτιδα του γάμου και των παντρεμένων, ιδιαίτερα, γυναικών και προσωποποίηση της συζυγικής πίστης. Η Ήρα ενσαρκώνει τις αρετές και τα ελαττώματα της παντρεμένης γυναίκας. Είναι η πιστή και αφοσιωμένη, η τρυφερή και υποταγμένη στον κύριο και αφέντη της γυναίκα, αλλά και η δυναμική και πολυμήχανη, εριστική και γκρινιάρα, καταπιεστική και ζηλόφθονη, παθιασμένη και εκδικητική σύζυγος. Η εκδίκησή της, αφρισμένη κατεβασιά, σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της. Είναι η προσωποποίηση της κτητικότητας, όσον αφορά το αντικείμενο του πόθου της.

Η Ήρα ήταν εκείνη που απομυθοποιούσε, στα μάτια των Ελλήνων, την εξουσία του άντρα αφέντη, του κύρη, του συζύγου. Στο όνομα της Ήρας, η Γυναίκα έπαιρνε την εκδίκησή της από τον Άντρα, στα πλαίσια μιας καλά οργανωμένης ανδροκρατούμενης κοινωνίας.

Στο σημείο αυτό, οφείλω να κάνω μιαν αναφορά στην Αφροδίτη, η οποία σμίγοντας με τον Ερμή, γέννησε τον Ερμαφρόδιτο, ενώ από την ένωσή της με τον Διόνυσο, γεννήθηκε ο Πρίαπος!

Εξίσου λάγνοι υπήρξαν και οι ήρωες, καθώς και οι κοινοί θνητοί.

Σήμερα, όσο και αν έχει αλλάξει η ηθική ή ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε αυτήν, αυτό που παραμένει αναλλοίωτο είναι η ερωτική επιθυμία των ανθρώπων, η αγωνία τους να ζήσουν και να απολαύσουν τον έρωτα.

Ο ομοφυλοφιλικός έρωτας στην αρχαία Ελλάδα.

Οι αρχαίοι Έλληνες αποδέχονταν τον ομοφυλοφιλικό έρωτα σαν ένα τμήμα της ερωτικής τους ζωής, χωρίς να τον διατυμπανίζουν, αλλά και χωρίς να τον κρύβουν.

Τούτο, δε σημαίνει ότι υπήρξε αποδεκτός από όλους. Οι θεωρίες περί αυτού δεν είναι ξεκάθαρες και μάλλον αντικρουόμενες θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε. Αρκεί να αναφέρουμε τον Πλούταρχο και το Περί Παίδων Αγωγής.

Από τη μια έχουμε τους νόμους κατά της παιδεραστίας, από την άλλη τους συγκεκριμένους κανόνες που ίσχυαν σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας. Η Σπάρτη για παράδειγμα κατηγορούσε την Αθήνα για την ανοχή και την επιβράβευση των ομοφυλόφιλων ανδρών, ενώ η Κόρινθος είναι γνωστή για την άνεσή της στις διάφορες ομόφυλες σχέσεις, αλλά και στον πληρωμένο έρωτα.

Ωστόσο και με βάση της υπάρχουσες πηγές. το πλαίσιο της ομοφυλοφιλικής σχέσης ορίζονταν από συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι ποίκιλαν ανάλογα με την εποχή και την περιοχή. Συνήθως ο εραστής ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία και ο ερωμένος ήταν έφηβος.

Στην Αθήνα η αποδεκτή σεξουαλική συμπεριφορά ενός ενήλικα άνδρα ήταν η ισορροπημένη αμφιφυλοφιλία: ο σωστός άντρας παντρευόταν γύρω στα 25 του, δημιουργούσε μια μικρή οικογένεια και συνδεόταν ερωτικά με εταίρες και με νεαρά αγόρια.

Στόχος αυτών των ομοφυλοφιλικών σχέσεων δεν ήταν μόνο η σεξουαλική ικανοποίηση, αλλά και η κοινωνική εκπαίδευση του αγοριού, το οποίο έβγαινε από το προστατευμένο περιβάλλον του σπιτιού και ενσωματωνόταν σταδιακά στην κοινωνία των ενηλίκων.

Οι σχέσεις αυτές διέπονταν από κανόνες: το αγόρι έπρεπε να είναι πάνω από δώδεκα ετών και έπρεπε να διαλέξει από μόνο του τον εραστή του. Από τους πολλούς άντρες που το φλέρταραν έπρεπε να διαλέξει έναν και να συνδεθεί μαζί του. Από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν τα αρχαία κείμενα φαίνεται ότι το αγόρι είχε ρόλο παθητικό στη σεξουαλική σχέση.

Το αγόρι διατηρούσε αυτόν τον ρόλο συνήθως μέχρι τα 16-17 του χρόνια. Στα 25 του θεωρείτο ολοκληρωμένος άνδρας και παντρευόταν για να κάνει δική του οικογένεια και να πάρει τον ενεργητικό ρόλο στις σχέσεις του με εφήβους.

Στην Αθήνα ο έρωτας ανάμεσα σε δύο ενήλικες δεν ήταν σπάνιος, αλλά ο θηλυπρεπής άνδρας δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτός.

Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα οι συνομιλητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο έρωτας ανάμεσα σε άνδρες είναι ανώτερος από κάθε άλλη μορφή έρωτα, γιατί συνέβαινε ανάμεσα σε ίσους.
Με το συμπόσιο θα ασχοληθούμε εκτενέστερα παρακάτω.

Ερωτας και γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα

Ηταν σημαντικός ο έρωτας ανάμεσα στους συζύγους στην αρχαία Ελλάδα; Φαίνεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες διατηρούσαν τη σχέση με τη μόνιμη σύζυγό τους μόνο και μόνο, για λόγους αναπαραγωγής. Η σύζυγος έμενε απομονωμένη στο γυναικωνίτη και ο ρόλος της ήταν να φέρει στη ζωή τους απόγονους – κληρονόμους της περιουσίας της οικογένειας.

Η σύζυγος ήταν μια γυναίκα, συνήθως χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση αλλά από καλή οικογένεια, που δεν προσπαθούσε να κάνει τον εαυτό της ελκυστικό ή να εξασκήσει τις τεχνικές του έρωτα. Έτσι λοιπόν, δεν ενθαρρυνόταν να λατρέψει τη θεά Αφροδίτη που αντιπροσωπεύει τις ανώτερες όψεις του έρωτα. Οι θεότητες που λάτρευε η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα ως σύζυγος έπρεπε να είναι της εστίας και του σπιτιού, καθώς και η θεά Δήμητρα, που αντιπροσώπευε όλα τα μυστήρια των Ελληνίδων γυναικών.

Ήταν ασυνήθιστο για εκείνην να γνωρίσει άλλον άντρα εκτός από τον σύζυγό της. Αξίζει να αναφέρουμε την ιστορία του τύραννου Ιέρωνα (Πλούταρχος), τον οποίο πρόσβαλε ένας αντίπαλός του, λέγοντάς του πως μύριζε άσχημα το στόμα του. Όταν αργότερα ρώτησε τη γυναίκα του γιατί δεν του τόπε, εκείνη με αφέλεια απάντησε: «Πίστευα πως όλοι οι άνδρες μύριζαν έτσι».

Η δε άποψη των Αθηναίων για την καλή σύζυγο ήταν περίπου η εξής: Έπρεπε να είναι αγνή, επιδέξια στο νοικοκυριό και στη διαχείριση των εισοδημάτων του άντρα της. Σημαντικό ήταν φυσικά να τεκνοποιήσει, γι’ αυτό υπολογίζεται ότι είχε σεξουαλική επαφή τουλάχιστον τρεις φορές τον μήνα» μέχρι να ρυθμιστεί η εκκρεμότητα της διαδοχής.

Εντούτοις, η παραμέληση τούτη, δε σήμαινε ότι έμεναν κλεισμένες σπίτι, να κλαίνε τη μοίρα τους. Κάποιες, κατάφερναν να βρουν αλλού παρηγοριά, με τη βοήθεια μαστρωπών. Κάποιες άλλες, επέλεγαν τις μεθόδους του αυνανισμού ή της ομοφυλοφιλίας.

Για τους Έλληνες ο αυνανισμός, ο οποίος μάλιστα αναφέρεται ιδιαίτερα στην αττική κωμωδία, δεν ήταν είδος διαστροφής αλλά δικλείδα ασφαλείας. Το γεγονός της ευρείας χρήσης του αυνανισμού δεν έλυνε μόνο τις σεξουαλικές ελλείψεις των αρχαίων ελληνίδων συζύγων, αλλά χαροποιούσε και κάποιους ειδικούς εμπόρους, κυρίως αυτούς της Μιλήτου που ήταν κέντρο παραγωγής και εξαγωγής ολίσβου, ενός υποκατάστατου του πέους. Φαίνεται πως αυτή η απομίμηση φτιαχνόταν είτε από ξύλο είτε από φουσκωμένο δέρμα αλειμμένο συνήθως με λάδι ελιάς πριν από τη χρήση.

Το υποκατάστατο του ανδρικού οργάνου χρησιμοποιείτο βέβαια και στον λεσβιακό έρωτα, που ήταν γνωστός σε Αθήνα και Σπάρτη, προπάντων όμως στη Λευκάδα και τη Λέσβο.

Ο αγοραίος έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο πληρωμένος ή αγοραίος έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος. Παρόλα αυτά στις πρώτες κοινωνίες η πορνεία δεν ξεκίνησε σαν εμπορική συναλλαγή, αλλά σαν λατρευτική θρησκευτική τελετή κατά την οποία νεαρά κορίτσια θυσίαζαν την παρθενιά τους στους θεούς και κυρίως στην θεά του έρωτα Αφροδίτη.

Η πορνεία ήταν ιερό θρησκευτικό καθήκον που στόχευε στην εξομοίωση της γυναίκας με τους θεούς. Οι εταίρες στην αρχαιότητα ήταν ανύπαντρες γυναίκες που πρόσφεραν ερωτικές υπηρεσίες επί πληρωμή. Μάλιστα σε κάποιες περιοχές υπήρχαν πολλές, π.χ. στην Κόρινθο υπήρχαν χίλιες περίπου. Οι ακριβές εταίρες ήταν η αιτία που πλήθος πλούσιων εμπόρων και ναυτικών κατασπαταλούσαν το εισόδημα τους. Κάθε εταίρα εκμεταλλευόταν την ομορφιά και χάρη της και συνήθως ζούσε για αόριστο διάστημα στην πολυτέλεια που της πρόσφερε κάποιος πλούσιος. (οποιοσδήποτε παραλληλισμός με τη σύγχρονη εποχή δεν είναι τυχαίος!)

Η επαφή και η γνωριμία με τις εταίρες ήταν πολύ απλή, αφού κυκλοφορούσαν παντού: στην αγορά, στα θέατρα, στα λουτρά, στον ναό της Αφροδίτης και τους δρόμους. Στα ίδια μέρη απαγορευόταν αυστηρά, να κυκλοφορούν οι έντιμες γυναίκες. Κάποιες από τις γυναίκες αυτές ήταν πολύ διάσημες, και με μεγάλη επιρροή. Η Ασπασία, σύντροφος του Περικλή, ή η Φρύνη είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις διάσημων εταίρων.

Ο Φιλήμων ιστορεί πως ο Σόλων ίδρυσε πρώτος τα πορνεία στην Αθήνα, για να ανακουφίσει τους νέους που έφταναν στην ακμή, ο δε Νίκανδρος ο Κολοφώνιος γράφει πως ο Σόλων ίδρυσε και τον ναό της Πανδήμου Αφροδίτης στην Αθήνα, της προστάτριας του αγοραίου έρωτα, από τα κέρδη των πορνών που είχε εγκαταστήσει στα οικήματα.

Από ένα απόσπασμα του Ξενάρχου που διέσωσε ο Αθήναιος πληροφορούμαστε τον τρόπο λειτουργίας τους.

Αφού ο Ξέναρχος κατηγορήσει την νεολαία της εποχής του που τρώει τα λεφτά και τον καιρό της με μεγαλόμισθες εταίρες ή με ελεύθερες παντρεμένες γυναίκες διατρέχοντας τον έσχατο κίνδυνο να συλληφθεί, λέει πως θα μπορούσε να διαλέξει άλλον ευκολότερο και ασφαλέστερο δρόμο, την επίσκεψη στα πορνεία, όπου όπως μας αναφέρει, μπορεί κανείς να διαλέξει ελεύθερα όποια του αρέσει.

Στέκονταν σε παράταξη μέσα στους οίκους-«επί κέρως τεταγμέναι», όπως λέει χαρακτηριστικά, ημίγυμνες ή φορώντας διαφανείς χιτώνες, με αποτέλεσμα να φαίνονται τα πάντα και να διεγείρονται οι πελάτες.

Η ταρίφα ποίκιλλε από σπίτι σε σπίτι ή από γυναίκα σε γυναίκα και ήταν κατά κανόνα ένας οβολός(το 1/6 δηλ. της δραχμής, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε πως μπορούσε ο πελάτης να δώσει κάτι παραπάνω για να έχει ειδική περιποίηση).

Τα πορνεία στην Αθήνα ήταν εγκατεστημένα κυρίως στον Κεραμεικό που ήταν μέσα στην πόλη, κατά τον σχολιαστή του Αριστοφάνη, και ειδικότερα στις πύλες του Κεραμεικού, καθώς μας πληροφορούν ο Ησύχιος και η Σούδα. Τα περισσότερα, όμως, ήταν στο λιμάνι, στον Πειραιά, καθώς μας πληροφορεί ο Πολυδεύκης, μιας και ήταν χώρος, όπου έρχονταν έμποροι, ξένοι και ναυτικοί.

Οι πόρνες ντύνονταν παρδαλά κι αυτό δεν επιτρεπόταν για τις ελεύθερες γυναίκες. Όταν έμπαινε ο πελάτης, η πόρτα έκλεινε. Μέσα στο δωμάτιο είχε συνήθως προθάλαμο. Στους τοίχους υπήρχαν άσεμνες και διεγερτικές παραστάσεις, κατάλληλος διάκοσμος για τον χώρο. Τον χειμώνα είχαν κάρβουνα αναμμένα για ζεστασιά. Το κρεββάτι είχε σεντόνια και καλύμματα και μέσα έκαιγε λύχνος συνεχώς. Οι πελάτες κατά τα φαινόμενα προπλήρωναν.

Οι πόρνες ήταν δούλες, ξένες ή αιχμάλωτες πολέμου, ή αγορασμένες. Απαγορευόταν αυστηρά να εκδίδεται ελεύθερη.

Οι προαγωγοί ή πορνοβοσκοί (!) ήταν πρόσωπα ανυπόληπτα και λεγόντουσαν κι αλλιώς πόρνοι, πορνοσκόποι και εταιροτρόφοι. Νοίκιαζαν τα πορνεία και είχαν τις πόρνες καταβάλλοντας κάθε χρόνο το πορνικόν τέλος στο κράτος, ένα φόρο δηλαδή στο κράτος, καθώς μαθαίνουμε απ’ τον Αισχίνη.

Η ταρίφα των πορνών φαίνεται καθοριζόταν και πάλι απ’ το κράτος κι αυτό λεγόταν «διάγραμμα», όπως μας πληροφορεί η Σούδα, όπου οι αγορανόμοι καθώριζαν (διέγραφον) πόσο έπρεπε «λαμβάνειν την εταίραν εκάστην». Και στην Κω υπήρχε πορνικόν τέλος, όπως προκύπτει από μια πολύτιμη επιγραφή που καταγράφει τους φόρους του κράτους, μεταξύ των οποίων υπάρχει και ο φόρος των εταιρών. Το πορνικόν τέλος καταβαλλόταν στον πορνοτελώνη, τον τελώνη δηλαδή των δημοσίων πορνών.

Το πορνείο λεγόταν και οικίσκος, οίκημα (δηλ. το «σπίτι», όπως λέμε σήμερα), τέγος, παιδισκείον (από τα κοριτσάκια, τις παιδίσκες που είχε μέσα),κηλωστόν, χαμαιτυπίον (την ονομασία αυτή την πήρε απ’ τις λεγόμενες χαμαιτύπες, τις πόρνες δηλαδή που συνευρίσκονταν στο ύπαιθρο ξαπλώνοντας χάμω, δηλ. στο έδαφος.

Αργότερα φαίνεται σπιτώθηκαν κι έτσι απ’ αυτές πήρε την ονομασία και το σπίτι. Υπήρχε και μια άλλη κατηγορία ακόμη φτηνότερων πορνών που έκαναν τη δουλειά στο ύπαιθρο ψαρεύοντας τους πελάτες στο δρόμο με διάφορα κόλπα, μεταξύ των οποίων ήταν να έχουν γραμμένα με καρφιά στα πέδιλα λέξεις που αποτυπώνονταν στο μαλακό έδαφος. Οι πόρνες αυτές λεγόντουσαν «λεωφόροι» (το ανάλογο με το σημερινό τροτέζα ή καλντεριμιτζού) ή «σποδησιλαύραι» (λαύρα είναι το δρομάκι, τα ο σοκάκι και σποδός η σκόνη), χαμαιτύπαι, χαλκιδίτιδες (από το πολύ ευτελές ποσό που έπαιρναν, ένα χάλκινο νόμισμα), χαμαιταιρίδες.

Συνευρίσκονταν στους σκοτεινούς δρόμους στην περιοχή του Φιλοπάππου, σε ψηλά επιτάφια μνημεία. Άλλες πήγαιναν σε ειδικά πανδοχεία που νοίκιαζαν γι’ αυτό το σκοπό δωμάτια ή σε ταβέρνες που λεγόντουσαν ματρυλλία ή μαστρύπια. Υπήρχαν πόρνες εγκατεστημένες στα λουτρά. Τέλος, στα συμπόσια καλούσαν αυλητρίδες, χορεύτριες (ορχηστίδες), ακροβάτιδες που πέρα απ’ το πρόγραμμα που παρουσίαζαν, δίνονταν πολύ συχνά για μικρή πρόσθετη αμοιβή στον έρωτα των ανδρών.

Οι εταίρες ήταν πόρνες πολύ όμορφες, ανωτέρου επιπέδου. Κατείχαν συνήθως υψηλή μόρφωση και πολλές απ’ αυτές κέρδισαν την ελευθερία τους εξαγοράζοντάς την με τα κέρδη τους ή με χρήματα των εραστών τους.

Η τιμή τους κυμαινόταν από 1 δραχμή, δηλ.6 φορές περισσότερο από τις δημόσιες πόρνες, μέχρι αμύθητα ποσά. Το πόσο σοβαρή επίδραση άσκησαν στη ζωή της αρχαίας Ελλάδας φαίνεται από το ότι όλοι οι μεγάλοι άνδρες της αρχαιότητος είναι συνδεδεμένοι με εταίρες που φημίζονταν όχι μονάχα για την ομορφιά και την τέχνη του έρωτα, αλλά και το πνεύμα τους.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι η Ασπασία, η οποία έγινε σύζυγος του ισχυρότερου άνδρα της Αθήνας, του Περικλέους. Λέγεται πως έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη χάραξη της πολιτικής του αθηναϊκού κράτους κι ο Πλάτων στον «Μενέξενο» αναφέρει πως εκείνη συνέθεσε τον επιτάφιο λόγο που εξεφώνησε ο Περικλής.

Άλλες πολύ γνωστές εταίρες, υπήρξαν οι: Τιμάνδρα ή Δαμασάνδρα, μητέρα της Λαΐδος, συνδέθηκε με τον Αλκιβιάδη, όπως και η περίφημη Θεοδότη η Αττική. Η χορεύτρια Φίλιννα συνδέθηκε με τον βασιλιά Φίλιππο κι απέκτησε μαζί του τον Αρριδαίο που βασίλεψε μετά τον Αλέξανδρο. Η Μανία και η Λάμια ήταν οι περίφημες εταίρες του Δημητρίου Πολιορκητή. Η Δημώ συνδέθηκε με τον βασιλιά Αντίγονο. Η Μύστα και η Νύσα συνδέθηκαν με τον βασιλιά Σέλευκο. Η Λαΐς είχε δεσμό με τον ζωγράφο Απελλή, τον φιλόσοφο Αρίστιππο και τον Διογένη τον Κυνικό. Η Φρύνη με τον ρήτορα Υπερείδη. Η Μιλτώ με το βασιλιά της Περσίας Κύρο. Η Θαΐς ήταν η εταίρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και είναι αυτή που έκαψε το ανάκτορο της Περσέπολης σ’ ένα γιορταστικό συμπόσιο (Μέρες που είναι, και ας μου επιτραπεί ένα σχόλιο. Δεν είναι ο Αλέξανδρος. Κατά πάσα πιθανότητα ο Νέαρχος ή η Ρωξάνη μετά του νεαρού πρίγκηπα.). Η Γλυκέρα είναι η περίφημη ερωμένη του Μενάνδρου. Η Λαμπιτώ η Σαμία συνδεόταν με τον Δημήτριο τον Φαληρέα. Η Σινώπη με τον Ιεροφάντη των Ελευσινίων Μυστηρίων Αρχία. Η Λεόντιον ήταν η συντρόφισσα του Επίκουρου. Η Αγαθόκλεια ήταν η φίλη του Πτολεμαίου του Δ’. Η Μανία ήταν η ερωμένη του ολυμπιονίκη στο παγκράτιον Λεοντίσκου.

Η ιεροδουλεία ήταν ένας θεσμός, κατά τον οποίο γυναίκες, αλλά ορισμένες φορές και άνδρες ασκούσαν στους ναούς την Ιερή Πορνεία.

Δύο είναι τα είδη της. Το πρώτο περιλαμβάνει όλες τις γυναίκες που είναι υποχρεωμένες, πριν παντρευτούν, να διακορευθούν μέσα στο ναό προς όφελος της θεάς, στην οποία ανήκει ο ναός. Το δεύτερο, που είναι μετεξέλιξη του πρώτου και προφανώς επιβλήθηκε με την επικράτηση της πατριαρχίας και της ζηλοτυπίας του άνδρα που θέλει η γυναίκα του να μη σμίγει με κανένα, έστω και με θεό σε ναό, αφορά εκείνες τις γυναίκες που υπηρετούν στο ναό είτε ως σκλάβες είτε επειδή είναι ταμένες είτε γιατί έχουν έλθει με τη θέλησή τους και η ιερά πορνεία που ασκούν είναι σε μόνιμη επαγγελματική βάση.

Η ιεροδουλεία, θεσμός πανάρχαιος και θρησκευτικός, ήταν απλωμένη σ’ όλο το χώρο της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Όπως προαναφέρθηκε, θα γίνει αναφορά και στο «Συμπόσιο» ή «Περί Έρωτος Ηθικός». Σ’ αυτό το διάλογο οι Φαίδρος, Ερυξίμαχος, Παυσανίας, Αριστοφάνης, Αγάθων, Σωκράτης και Αλκιβιάδης, θα μιλήσουν με τη σειρά και θα τοποθετηθούν πάνω στο θέμα του Έρωτα.

Ο Φαίδρος λοιπόν, παρουσιάζει τον Έρωτα σαν ένα Θεό Μέγα, γεννημένο πρώτο απ’ όλους τους Θεούς, ο οποίος προξενεί όλα τα αγαθά. Τη ντροπή για τα άσχημα και το φιλότιμο για τα ωραία. Προκαλεί ανδρεία, γιατί μόνο οι ερωτευμένοι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για το αγαπημένο τους πρόσωπο κι όχι μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες.

Έπειτα ο Παυσανίας θα κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στον ουράνιο και τον πάνδημο Έρωτα ανάλογα με την ουράνια και την πάνδημο Αφροδίτη. Πάνδημος είναι αυτό του χυδαίου ανθρώπου με αντικείμενο περισσότερο τις γυναίκες παρά τα παιδιά. Οι εμπνευσμένοι από τον ουράνιο Έρωτα απέχουν από κάθε αδιαντροπιά. Τους αρέσει το αρσενικό επειδή έχει περισσότερη δύναμη σωματικά και πνευματικά. Αυτός ο Έρωτας γεννά στις ψυχές των πολιτών μεγάλα φρονήματα, δυνατές φιλίες και συντροφιές. Στις Ελληνικές πόλεις προστατεύεται από το νόμο και τον ονομάζει Παιδεραστία.

Σκοπός της Παιδεραστίας είναι η απόκτηση της αρετής, με την προϋπόθεση ότι ο εραστής είναι ικανός να διαμορφώσει τον ερωμένο ο οποίος όντως αισθάνεται την ανάγκη για μόρφωση και σοφία. Θα πρέπει να προσέξουμε ότι τόσο για αυτή την παιδεραστία όσο και για άλλα φαινόμενα της αρχαίας Ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να προσεγγίζονται στις σωστές ιστορικές τους διαστάσεις και όχι να μελετώνται αναχρονιστικά.

Ο Ερυξίμαχος θα προσθέσει ότι ο έρωτας αναφέρεται και στα ζώα και στα φυτά και αλλά και σε όλο το σύμπαν. Στα ανθρώπινα σώματα ο Ουράνιος Έρωτας προκαλεί υγεία ενώ ο Πάνδημος νοσηρότητα. Η Ιατρική συντελεί ώστε τα σώματα να υιοθετούν τον ωραίο έρωτα μέσα από τη συμφιλίωση των εχθρικών στοιχείων του σώματος. Αυτός ο δυαδισμός υπάρχει και για τη μουσική, ώστε υπάρχει αυτή που εξυψώνει ηθικά αλλά και αισθητικά, αλλά και αυτή που προκαλεί ακολασία. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα πράγματα ανθρώπινα και Θεία. Τέλος ο Ουράνιος Έρωτας είναι παντοδύναμος γιατί εγκαθιδρύει την φιλία μεταξύ ανθρώπων και Θεών, μέσα από τη χρήση της μαντικής επιστήμης.

Ο Αριστοφάνης θα παρουσιάσει τον Έρωτα σαν τη τάση των ανθρώπων για ξανά-ολοκλήρωση, εφόσον σε κάποια παλαιότερη εποχή διχοτομήθηκαν από τους Θεούς.

Αναλύει τη διαδικασία της επανένωσης, στην οποία τοποθετεί τον έρωτα για αρχηγό ο οποίος απαιτεί από τους ανθρώπους να έχουν σεβασμό προς τους Θεούς, για να επιτευχθεί η οριστική επανένωση του καθενός με το έτερο ήμισυ και ν’ αποφευχθεί πιθανή δεύτερη διχοτόμηση. Ακολουθεί ο Αγαθών που παρουσιάζει τον Έρωτα σαν τον πιο ευτυχισμένο, ωραίο και άριστο από τους Θεούς. Είναι πάντα νέος, τρυφερός και ελαστικός. Ακόμα έχει τις αρετές της δικαιοσύνης, της φρόνησης και της ανδρείας. Πέρα από άριστος ποιητής είναι και μεγάλος σε κάθε τέχνη, εφ’ όσον και οι Θεοί με τον έρωτα για οδηγό αποκτούν μαστοριά στις τέχνες τους. Έτσι πριν τον Έρωτα βασίλευε η Ανάγκη. Με την γέννηση του έγιναν και όλα τα αγαθά στους θεούς και στους ανθρώπους.

Στη συνέχεια αναλαμβάνει ο Σωκράτης, που αποδεικνύει στο Αγάθωνα ότι ο Έρωτας δεν είναι ούτε όμορφος, ούτε αγαθός γιατί αυτά είναι που στερείται εφόσον πάντα τα αναζητάει. Ακολουθεί η διήγηση από το Σωκράτη της διδασκαλίας της Διοτίμας που μάλλον πρόκειται για γυναίκα «σαμάνο» της εποχής. Ο Έρωτας λοιπόν δεν είναι ωραίος όπως τους Θεούς αλλά ούτε και άσχημος. Είναι κάτι ανάμεσα, όπως η σωστή δοξασία μεταξύ της γνώσης και της άγνοιας. Είναι λοιπόν ανάμεσα στους ανθρώπους και στους Θεούς. Ένας δαίμονας μεσάζων και οι άνθρωποι επικοινωνούν με τους Θεούς μέσω αυτού, χρησιμοποιώντας την Ιερατική και τη Μαντική τέχνη. Ο Έρωτας είναι γιος του Πόρου και της Πενίας, που η σύλληψή του έγινε στα γενέθλια της Αφροδίτης. Έτσι είναι πάντα φτωχός, άσχημος και στερημένος. Κυνηγάει όμως τα ωραία και τα αγαθά με ορμή, ανδρεία και εξυπνάδα. Αγαπάει τη γνώση και είναι εφευρέτης της. Πάντα φιλοσοφεί. Το αντικείμενο του Έρωτα είναι η παντοτινή κατοχή του αγαθού και η αθανασία. Και η αθανασία αρχικά επιτυγχάνεται μέσα από την αναπαραγωγή των σωμάτων, που διαιωνίζει το είδος.

Αυτός όμως που εγκυμονεί ψυχικά δηλαδή (φρόνηση, δικαιοσύνη, σωφροσύνη) αναζητάει μια όμορφη, έξυπνη και ευγενική ψυχή για να γεννήσει τις αρετές του. Στη συνέχεια το γεννημένο ανατρέφεται από κοινού και αυτό δημιουργεί ένα πιο σπουδαίο δεσμό από αυτό των παιδιών και μια πολύ πιο σταθερή φιλία. Αυτά βέβαια τα παιδιά (οι αρετές) είναι πιο ωραία και πιο αθάνατα ώστε καθένας θα προτιμούσε τέτοια να γεννήσει και όχι ανθρώπινα. Για παράδειγμα τα «παιδιά» του Λυκούργου σώζουν τη Σπάρτη και αυτά «νόμοι» του Σόλωνα σώζουν και γεννούν αρετή στην Αθήνα.

Γι’ αυτά τα παιδιά τους έχουν τιμηθεί και τους έχουν αφιερωθεί πολλά ιερά. Στη συνέχεια σ’ αυτό το λόγο η Διοτίμα διδάσκει στο Σωκράτη το σωστό δρόμο για τη μύηση στα «τέλεια και εποπτικά» μυστήρια του Έρωτα. Πρώτα λοιπόν πρέπει από νεαρή ηλικία κάποιος να πλησιάσει νέους με ωραία σώματα, να αγαπήσει κάποιον και σ’ αυτόν να γεννήσει ωραίους λόγους, μετά να διευρύνει την αγάπη του προς όλα τα ωραία σώματα, ανακαλύπτοντας την ομορφιά του είδους, έπειτα ν’ ανακαλύψει την ομορφιά των ψυχών που είναι ανώτερη από αυτή των σωμάτων και που εκδηλώνεται στους ωραίους τρόπους ζωής και στους νόμους. Στη συνέχεια αναζητώντας την ομορφιά των επιστημών, θα στρέψει το βλέμμα του στη μια και μοναδική επιστήμη. Την επιστήμη της ομορφιάς καθ’ αυτής.

Με αυτό λοιπόν το δρόμο της παιδεραστίας φτάνει κανείς ως τη θέση της ίδιας της ιδέας της ομορφιάς ώστε να μπορεί πια να γεννήσει όχι είδωλο αρετής παρά αληθινή αρετή. Έτσι θα γίνει αγαπημένος στους Θεούς και αθάνατους περισσότερο από κάθε άλλον. Ακολουθεί ο λόγος του Αλκιβιάδη που θα εγκωμιάσει τον ίδιο τον Σωκράτη. Αναφέρει ότι ο Σωκράτης ήταν ο μόνος που τον έκανε να ντραπεί, εκθειάζει την ανωτερότητα και τις αρετές της ανδρείας και της φρόνησης του Δαιμόνιου Σωκράτη, που όμοιος ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει.

Βλέπουμε λοιπόν ότι για τη Φιλοσοφία ο Έρωτας ταυτίζεται με τη δύναμη που τείνει στην ολοκλήρωση και στην κατάκτηση της αθανασίας. Σαν πρωταρχική ελκτική δύναμη ο Θεός Έρωτας είναι μια δύναμη ικανή να ταξινομεί και να δίνει ζωή στα πάντα. Πλάθει διαφορετικά σκαλοπάτια από ένα λεπτότατο ουρανό σε μια απτή γη, όπου σε κάθε επίπεδο υπάρχει και μια διαφορετική μορφή Έρωτα.

Και για να φτάσουμε στην ουσία του Έρωτα, πρέπει να μάθουμε να ανακαλύπτουμε τη σκάλα ανάβασης ξεκινώντας από τη ομορφιά. Αυτή που υπάρχει στα σώματα, στις ψυχές, στις δράσεις, στους Νόμους της φύσης, στην Επιστήμη και στην Τέχνη και ακόμα πιο πέρα φτάνουμε στο Ωραίο καθ’ αυτό, στην αγνή ιδέα, στην αφηρημένη ομορφιά καθαρή και άψογη, η οποία όμως συμπίπτει και με το Καλό, το Δίκαιο και το Αληθές. Στο Όλον!

Σήμερα αυτές οι αντιλήψεις σε μεγάλο βαθμό έχουν παρερμηνευθεί ολοκληρωτικά. Υιοθετείται και επαναλαμβάνεται η εσφαλμένη αντίληψη πως οι Αρχαίοι Έλληνες ασκούσαν την ομοφυλοφιλία και την παιδεραστία με την έννοια του σεξ στα πλαίσια ενός κοινωνικά και νομικά αναγνωρισμένου θεσμού. Έτσι, προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι άνθρωποι αυτοί, που αναζητούσαν την αρετή, την ανδρεία, την τιμή, την αξιοπρέπεια, την υπευθυνότητα, τη δικαιοσύνη και που άφησαν για το μέλλον αθάνατα μνημεία πολιτιστικής και πνευματικής κληρονομιάς, δεν ήταν παρά κίναιδοι που με κάθε ελευθεριότητα επιδίδονταν σε κάθε είδος σεξουαλικές περιπτύξεις.

Η ουσία της παρερμηνείας εντοπίζεται κυρίως στη ύποπτα λανθασμένη απόδοση ορισμένων λέξεων που το νόημα και οι λέξεις οι σχετικές με το έρω, έρως, εραστής και παιδικά. Το έρω σημαίνει και: αγαπώ θερμά, κατ’ έννοια απολύτως άσχετη προς το μεταξύ των φύλων έρωτα, περιβάλλω τινά διά θερμής αγάπης, αφοσιώσεως, λατρεύω, εμφαντικότερο του φιλώ.

Εδώ κλείνεται και η έννοια της ερωτικής φιλίας, ενός αισθήματος ανώτατου που, αν και βρισκόταν τότε σε ακμή, τώρα έχει χαθεί τελείως από τη γλώσσα και τη καρδιά μας, και βέβαια βρίσκεται πέρα από τα όρια της αντίληψης των σημερινών ανθρώπων. Γι’ αυτό και αδυνατώντας να ερμηνεύσουν μια σχέση που εγείρει και δεν διαφθείρει, παρερμήνευσαν εξωραΐζοντας το χυδαίο.

Η λέξη έρως, πέρα από τη γνωστή έννοια σημαίνει και: η μετά πάθους αφοσίωση, προσήλωση σε κάτι, αντικείμενο, πρόσωπο, ιδέα. Η λέξη εραστής, εκτός από τη σημασία που δίνουμε έχει και τις εξής: θαυμαστής, θιασώτης, λάτρης.

Παίδων εραστής = ο επιθυμών να έχει τέκνα και σε προέκταση η επιθυμία να φέρεις στον κόσμο παιδιά της ψυχής σου, ομοιώματα του ανώτερου σου εγώ.

Ως θεσμό κοινωνικό και όχι ως παρεκτροπή, ιστορικά και ψυχολογικά, πρέπει να εξετάσουμε αυτή τη συνήθεια. Όχι επιδοκιμαστικά. Ούτε και αποδοκιμαστικά.

«Ο εραστής ( φιλήτωρ ελέγετο ) προανήγγελλε από τριών ημερών εις τους οικείου του νέου την εκλογήν του και εκείνοι έκριναν αν έπρεπε να επιτρέψουν τη σχέση αυτή. Κριτήριο ήταν όχι αν η σχέση αλλά αν ο εραστής ήταν αντάξιος του υιού τους. Αν προτιμούσαν άλλον εραστή φρόντιζαν να ματαιώσουν την αρπαγή, διαφορετικά η αρπαγή του νέου ήταν εικονική όπως και η αντίσταση των συγγενών. Το ζεύγος κατέφευγε στα βουνά όπου για δύο μήνες διδάσκονταν ο νέος τη σκληραγωγία, το κυνήγι και τη χρήση των όπλων, ιδιαίτερα των δύσκολων τεχνικών όπλων ( τόξο, σφενδόνα κτλ. )στα οποία διακρίνονταν στην αρχαιότητα οι Κρήτες. Έπειτα επέστρεφαν και ο εραστής χάριζε στο νέο μια πανοπλία, την πρώτη που θα φορούσε, ένα κύπελλο και ένα βόδι που θυσιάζονταν στο Δία.

Ο νέος έπαιρνε τότε το όνομα κληνός και απολάμβανε μεγάλες τιμές. Η μεγαλύτερη ντροπή για ένα νέο ήταν να μη βρεθεί γι’ αυτόν ένας φιλήτωρ. Η σχέση εξακολουθούσε ειδικά στους πολέμους όπου ο ερωμένος λεγόταν περασταθείς δηλαδή παραστάτης.»

Έρευνα, επιμέλεια, συγγραφή και συρραφή: Μ. Ιωσηφίδου

Ευχαριστώ θερμά τον Εκηβόλο

«Ότι σπέρνεις, θερίζεις…..»